Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

H βόλτα και η πτώση.

Περπατούσε θλιμένα σε ένα σκοτεινό δρομάκι
μια λάμπα λιγα μετρα πιο μπροστά ανάβει
σαν να θελει να ζήσει παντοτινά
Εσύ την άναψες?
Ανοίγει την πόρτα και τσουζει με πόνο
Τα σκαλοπάτια βρεγμένα, με χώμα που έγινε λάσπη
Μυγες πηγαινοέρχονται, και μια μελωδία σαξοφώνου στον αέρα
Ιδέα σου είναι.
Το ασανσέρ κολλημένο κάπου ανάμεσα στον δεύτερο και στον πρώτο
Αποφάσισε να ανέβει στον 5ο, να βγει στην ταράτσα
Να αγναντέψει την πόλη του ΄50.
Η πόρτα της ταράτσας ,σπασμένη.
Πανω στα σπασμένα τζάμια αντικριζει τα φωτα της πόλης
Περιστέρια τρέχουν να μη βραχουν.Περιστέρια;
το άκουγε στην ζωη του, ότι δε θα καταφέρει κάτι
Ε και τι έγινε;
τοση μελαγχολική ομορφιά , μπρος στα μάτια του
Λιγοι είχαν την τύχη.
Πάει στην άκρη και κοιτάει τα αμάξια να περνάνε
δε θέλει πολύ να πιστέψεις οτι μπορείς να πετάξεις
κάνει πίσω και κατεβαίνει κάτω
δεν ηρθε ακομα η ώρα να πετάξει
το αμάξι περιμένει
ξεκλειδώνει, μπαίνει και ανοίγει το ράδιο
Καθώς κατεβαζει το τζάμι, ανατριχιάζει
Στην λεωφόρο, τα φωτα σε ζαλιζουν τοσο γρήγορα που περνάνε
Η ταχύτητα σχηματίζει το προσωπο της.
Χάνει το τιμόνι , μα ειναι φαρδυς ο δρόμος
Επανέρχεται
φτάνει στην έξοδο της λεωφόρου
βγαίνει
ξέρει πως πιο κάτω εχει ενα bar
4 το πρωί θα ειναι ανοιχτό;
θέλει να πιστεύει πως ναι
Ειναι και τον περιμένει
Σκοτάδι και τα πολύχρωμα λαμπιόνια του jukebox
πρωταγωνιστούν
Ψάχνει  κάποιον
Ένας μεγαλος σε ηλικια κυριος ειναι πισω απο την μπάρα
Του γνέφει
"ένα ουίσκι παρακαλώ"
του το φέρνει και το πίνει αμέσως
Δεν έχει δύναμη πια.
Καθώς βγαινει απο το bar
βλεπει ενα λευκο χαρτι κολλημενο στον διπλανο τοιχο
εγραφε καθαρα:
Δεν Βρισκω Τιποτα Πια
μπαίνει στο αμάξι
φευγει
Δε ξέρει που πάει
Μα σίγουρα η άλλη πλευρά
ειναι μακριά.

2 σχόλια: