Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Οσα έρχονται.

Δεν πρέπει να ηταν πολυ αργά
Αλλα σίγουρα είχε περάσει η ώρα
Το σπίτι του ηταν πάνω στον δρόμο
Στο μετάιχμιο του δρόμου με το ποτάμι
Έβρεχε , τοσο πολύ που το νερό είχε φτάσει
στο ύψος της πορτας.
Μια πόρτα που την είχαν διαβει τόσοι
Μα τόσοι γνώριμοι του
Δεν έμειναν πολλοί από όσους πέρασαν.
Οι περισσότεροι κάτι ζητούσαν απο το σπίτι
και μετά έφευγαν
Λιγοι γύριζαν όμως.
Γνωριζαν οτι έκαναν λάθος
Μα δε βαρίεσαι
Είχε φτάσει τα 50 του και ακόμα έλεγε
"Σιχάθηκε η ψυχή μου τις κουφάλες"
Άνθρωποι σάπιοι, άνοστοι σαν φαί χωρί αλάτι
Είχε γνωρίσει τόσους, που φοβόταν μήπως είχε γίνει
ένα με αυτούς.
Αυτά σκεφτόταν και αναπολούσε καθώς έβλεπε
απο το παράθυρο
μια παρέα νεαρών
να περνάει με τσιγάρα στα χέρια
Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο
Υπήρχε απο πάντα
Καθώς κάθεται στην παλιά του ,βρωμερή πολυθρόνα
Ακουει να χτυπάει κάποιος την πόρτα
Σηκώνεται, την ανοίγει
Και το μόνο που βλέπει ειναι ο αέρας
να χτυπάει με μίσος το προσωπο του
Ήταν σίγουρος πως την άκουσε να χτυπάει
Παντα αυτό γίνεται
Σιχάθηκε να αντικρίζει αέρινους ανθρώπους του κώλου
Με τόσα συναισθήματα όσα
ένα ποτήρι ουίσκι
Τιποτα.
Δεν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω κάτι λοιπόν,
ουτε για αυτον τον κύριο
ουτε για κάποιον άλλον κύριο
ουτε για μένα.


2 σχόλια: